Δικαιωμα σεβασμου της ιδιωτικης και οικογενειακης ζωης

Σύμφωνα με την παράγραφο 1, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας του. Σε όλους αυτούς τους όρους έχει αποδοθεί μια ευρεία ερμηνεία από το Δικαστήριο, η οποία υπερβαίνει τη συνηθισμένη σημασία τους σύμφωνα με πολλά εθνικά συστήματα. Οι αξιωματούχοι πρέπει να το γνωρίζουν αυτό και να μην θεωρούν ότι η σημασία με βάση τη Σύμβαση θα είναι η ίδια με αυτήν που έχουν συνηθίσει.

Ο όρος «ιδιωτική ζωή» είναι πολύ πιο ευρύς από την έννοια της ιδιωτικότητας (privacy) (η οποία αφορά κυρίως δικαιώματα σεβασμού της εμπιστευτικότητας και απομόνωσης). Καλύπτει μεταξύ άλλων, την ατομική ταυτότητα, τις σεξουαλικές προτιμήσεις και τη σεξουαλική δραστηριότητα, την ταυτότητα φύλου, την προστασία δεδομένων, την απαλλαγή από θόρυβο ή τοξικές εκπομπές, και την απαλλαγή από παρενόχληση.

Ο όρος «οικογενειακή ζωή» είναι επίσης μια ευρεία έννοια σύμφωνα με τη Σύμβαση και δεν αναφέρεται μόνο στο παραδοσιακό παντρεμένο ζευγάρι με παιδιά. Καλύπτει ανύπαντρα ζευγάρια (υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν ενδείξεις πως πρόκειται για μια σταθερή μακροχρόνια σχέση), ζευγάρια του ίδιου φύλου και τρανσέξουαλ, κοντινούς συγγενείς όπως παππούδες και εγγόνια, και δίδυμα. Το θέμα είναι, υπάρχει απόδειξη ύπαρξης στενών προσωπικών δεσμών; Έχει ισχύσει συχνά σε περιπτώσεις απελάσεων να επιτρέπεται σε άτομα με οικογενειακούς δεσμούς να παραμείνουν ακόμη και αν έχουν διαπράξει ποινικά αδικήματα ή εάν έχει λήξει η άδεια εισόδου στη χώρα.

Ο όρος «κατοικία» προϋποθέτει ότι το θύμα θα παρουσιάσει επαρκείς και διαρκείς δεσμούς με τον τόπο όπου ζει, αλλά δε χρειάζεται να μένει σε αυτή μονίμως. Μπορεί να είναι προσωρινή (όπως ένα καραβάνι) ή να αποτελεί την επαγγελματική του διεύθυνση και μερικές φορές να έχει καταληφθεί παράνομα ή κατά παράβαση μιας απόφασης σχεδιασμού. Το δικαίωμα προστατεύει την ειρηνική ζωή κατ΄οίκον και δεν επιτρέπει την είσοδο στην οικία χωρίς εξουσιοδότηση και επίσης προστατεύει από ενοχλήσεις όπως ο θόρυβος και λοιπές πηγές ρύπανσης.

Ο όρος «αλληλογραφία» δεν καλύπτει μόνον επιστολές (ειδικά από φυλακισμένους) αλλά και τηλεφωνικές συνομιλίες, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και κείμενα.

Ο όρος «σεβασμός» αφορά τόσο αρνητικές όσο και θετικές υποχρεώσεις. Αρνητικά, πρόκειται για την υποχρέωση να μη υπάρχει αυθαίρετη παρέμβαση στα δικαιώματα. Θετικά, ενδέχεται να αφορά την υιοθέτηση μέτρων που σχεδιάστηκαν με σκοπό να διασφαλίσουν το σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής όχι μόνον σε σχέσεις ανάμεσα στο Κράτος και το πρόσωπο αλλά και γενικότερα στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Επομένως, σε μια σειρά υποθέσεων που αφορούσαν τρανσέξουαλ, το θέμα δεν ήταν ότι τα Κράτη εμπόδισαν την χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου (στην πραγματικότητα τη διευκόλυναν) αλλά ότι στη συνέχεια, αρνήθηκαν να τροποποιήσουν τα προσωπικά έγγραφα όπως πιστοποιητικά γεννήσεως προκειμένου να προκύπτει από αυτά η νέα ταυτότητα. Αυτό αποτελούσε παραβίαση της θετικής υποχρέωσής τους να σέβονται την ιδιωτική ζωή (Christine Goodwin v. the United Kingdom).Υποθέσεις που αφορούν μόλυνση του περιβάλλοντος σχετίζονται επίσης κατά κανόνα με την θετική υποχρέωση. Επίσης, σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες που αφορούν παιδιά, πρωταρχική σημασία έχει το συμφέρον του παιδιού.

Η παράγραφος 2 ακολουθεί το πλαίσιο που εξηγείται παραπάνω στο παρόν, απαγορεύοντας οποιαδήποτε παρέμβαση στο δικαίωμα εκτός από εκείνη που είναι σύμφωνη με το Νόμο και αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία και εξυπηρετεί ένα νόμιμο σκοπό. Στο Άρθρο 8, οι επιτρεπόμενοι σκοποί είναι οι ακόλουθοι:

  • Σκοποί που εξυπηρετούν το συμφέρον της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας ή της οικονομικής ευμάρειας της χώρας
  • Σκοποί που εξυπηρετούν την πρόληψη ταραχών ή εγκλημάτων
  • Σκοποί που εξυπηρετούν την προστασία της υγείας ή των ηθών ή
  • Σκοποί που εξυπηρετούν την προστασία δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.

Κάθε φορά που απαιτείται μια παρέμβαση, πρέπει να έχει γίνει μια εκτίμηση με βάση τα ακόλουθα τρία ερωτήματα :

  • Είναι σύμφωνη με το Νόμο;
  • Επιδιώκει τον επιτρεπόμενο σκοπό;
  • Είναι αναγκαίο να πληρείται ο σκοπός αυτός σε μια δημοκρατική κοινωνία, δηλαδή δεν είναι καταχρηστικός, αυθαίρετος ή άδικος;

Ακολουθεί ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί. Σε μια υπόθεση που αφορούσε τη συλλογή και τήρηση προσωπικών δεδομένων από την αστυνομία, οι αιτούντες κατηγορήθηκαν για αδικήματα και ελήφθησαν δείγματα γενετικού υλικού (DNA) καθώς και δακτυλικά αποτυπώματα. Στη συνέχεια, αθωώθηκαν ή κατέπεσαν οι κατηγορίες, αλλά τα δείγματα διατηρήθηκαν. Η διατήρηση αυτή δειγμάτων προβλέπεται από το Νόμο και αποσκοπεί στην επίτευξη του επιτρεπόμενου σκοπού που δεν είναι άλλος παρά η πρόληψη του εγκλήματος. Όμως το Δικαστήριο έκρινε ότι απέτυχε στην δοκιμασία περί «αναγκαιότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία» επειδή ήταν δυσανάλογο, όπως μια γενική ρήτρα, η οποία δεν επέτρεψε εξαιρέσεις σε περιπτώσεις όπου άνθρωποι ήταν ύποπτοι για αδικήματα αλλά στη συνέχεια αθωώθηκαν (S. and Marper v. the United Kingdom).

Οι αξιωματούχοι οφείλουν να θέτουν στον εαυτό τους τα ίδια ερωτήματα προτού παρέμβουν στα δικαιώματα του Άρθρου 8, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι δεν προβαίνουν σε αδικαιολόγητη παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών. Το άρθρο αυτό είναι ένα από εκείνα που παραβιάζονται συχνότερα με ενέργειες στο εργασιακό επίπεδο. Είναι αδύνατο να καλυφθούν όλοι εκείνοι οι πολλοί τρόποι με τους οποίους έχει ισχύσει. Ακολουθούν παραδείγματα (με βάση υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί αποφάσεις) μερικών περιστάσεων στις οποίες αυτό που χρειάζεται περισσότερο από όλα είναι η επιμέλεια από συγκεκριμένες ομάδες αξιωματούχων (ΠΡΟΣΟΧΗ: αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένες ομάδες αξιωματούχων).

Αστυνομία: έρευνα στο σπίτι κάποιου προσώπου, λήψη και διατήρηση φυσικών δειγμάτων ή εγγράφων
Υπηρεσίες ασφάλειας: παγίδευση τηλεφώνου κάποιου προσώπου, παρακολούθηση της κατοικίας ή της επαγγελματικής του διεύθυνσης, διατήρηση δεδομένων
Σωφρονιστικοί υπάλληλοι: παρακολούθηση ή παρέμβαση στην αλληλογραφία των φυλακισμένων, ειδικά με δικηγόρους ή δικαστήρια, έρευνες επισκεπτών για ναρκωτικά κλπ., παρέμβαση στα δικαιώματα επίσκεψης, επιβολή ποινών για εξυπηρέτηση φυλακισμένων.
Ληξίαρχοι: εφαρμογή περιορισμών όσον αφορά επιλογές ή αλλαγές ονόματος, αλλαγή εγγράφων αστικής κατάστασης μετά από επέμβαση αλλαγής φύλου.
Κοινωνικοί λειτουργοί: τοποθέτηση παιδιών υπό φροντίδα, διάθεση αυτών για αναδοχή ή υιοθεσία (χρειάζεται να ενημερωθούν οι φυσικοί γονείς, να αποφευχθούν καθυστερήσεις που προκαλούν μη αναστρέψιμες αλλαγές σε σχέσεις κλπ.), διευκόλυνση της επικοινωνίας ενός παιδιού με τον γονέα στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η επιμέλεια.
Αξιωματούχοι αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης: εφαρμογή νόμων σχεδιασμού σε περιπτώσεις κατά τις οποίες επηρεάζονται οι κατοικίες και οι οικογενειακές ζωές ανθρώπων, χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (CCTV footage) δημόσια σε περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να αποκαλυφθεί η ταυτότητα ενός ατόμου, διαχείριση εγκαταστάσεων που μπορεί να προκαλούν ρύπανση με εκπομπές θορύβων ή τοξικές εκπομπές (όπως για παράδειγμα έργα διαχείρισης απορριμμάτων).
Ιατροί: θεραπεία που προϋποθέτει συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης.
Αξιωματούχοι αρμόδιοι για θέματα μετανάστευσης: αντιμετώπιση υποθέσεων με άτομα που αναμένεται να απελαθούν (όπως για παράδειγμα άτομα που παραμένουν παράνομα πέραν του επιτρεπόμενου χρόνου παραμονής τους, καταδικασμένοι εγκληματίες που εκτίουν το τελευταίο μέρος των ποινών τους) και έχουν οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα.
Οι προαναφερόμενες περιπτώσεις δεν αποτελούν περιπτώσεις στις οποίες το Άρθρο 8 θα παρεμποδίζει αναγκαστικά την εν λόγω δικαστική διαδικασία, αλλά στις οποίες απαιτείται προσοχή προκειμένου να διασφαλιστεί η δικαιολόγηση και αναλογικότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι αξιωματούχοι ενδέχεται να χρειαστεί να ελέγξουν ότι έχουν λάβει την απαραίτητη δικαστική εξουσιοδότηση.

Download the abstract