Δικαιωμα στην ελευθερια και ασφαλεια

Το δικαίωμα να μη στερείται κάποιος την προσωπική του ελευθερία χωρίς νόμιμη αιτία είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές του συστήματος της Σύμβασης. Επομένως, το Άρθρο 5 υποστηρίζει εξαρχής με σθένος ένα τεκμήριο ελευθερίας, τόσο θετικά όσο και αρνητικά. «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια. Κανένα πρόσωπο δεν θα στερείται την ελευθερία του εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις και σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο Νόμο…»

 

Η απώλεια της ελευθερίας συνίσταται σε δύο στοιχεία: φυλάκιση σε ένα συγκεκριμένο χώρο για ένα μη αμελητέο χρονικό διάστημα και απουσία συναίνεσης από πλευράς κρατουμένου. Δεν προϋποθέτει σωματικό περιορισμό (φυλάκιση). Την ίδια στιγμή, ορισμένες περιπτώσεις ελέγχου μεγάλου αριθμού προσώπων για λόγους ασφαλείας δεν θεωρούνται στέρηση της ελευθερίας σύμφωνα με το Άρθρο, όπως για παράδειγμα, ο έλεγχος μαζών σε αθλητικά γεγονότα ή σε αυτοκινητοδρόμους μετά από ένα ατύχημα. Το δικαστήριο διαπίστωσε επίσης, σε συγκεκριμένα περιστατικά, ότι το Άρθρο 5 δεν ισχύει όταν διαδηλωτές, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων βίαιων στοιχείων, τέθηκαν σε αστυνομικό κλοιό για λόγους ασφαλείας σε μια μικρή περιοχή της πόλης για μερικές ώρες (Austin and others v. the United Kingdom).


Το Δικαστήριο υπογράμμισε το γεγονός ότι η προστασία από αυθαιρεσία αποτελεί τον πυρήνα του Άρθρου 5, το οποίο παρέχει το δικαίωμα στην ασφάλεια και στην ελευθερία, και προϋποθέτει ότι σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ακολουθούνται οι διαδικασίες που προβλέπονται από το Νόμο. Επομένως, στην περίπτωση ενός ξένου υπηκόου, ο οποίος καταζητούνταν για φόνο στο Κράτος Α και επομένως δεν θα μπορούσε για νομικούς λόγους να εκδοθεί εκεί, η αστυνομία τον συνέλαβε και τον οδήγησε με τη βία στα σύνορα με το Κράτος Β, από όπου θα μπορούσε να εκδοθεί. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σύλληψη που σχεδιάστηκε για να πληροί τις προϋποθέσεις του Νόμου περί έκδοσης, ήταν αυθαίρετη και αντίθετη προς το Άρθρο 5 (Bozano v. France).


Σε αντίθεση προς το Άρθρο 3, το δικαίωμα στην ελευθερία δεν είναι απόλυτο (δείτε παρ. 17 παραπάνω στο παρόν). Υπάρχουν προφανώς νόμιμοι λόγοι για τους οποίους η κοινωνία μπορεί να χρειάζεται να στερεί από τους ανθρώπους την ελευθερία τους για το γενικό συμφέρον, ειδικά σε περιπτώσεις όπου οι πράξεις τους θέτουν σε κίνδυνο τους ίδιους ή άλλους. Επομένως, το δικαίωμα έχει έξι ειδικές εξαιρέσεις, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 1, υποπαράγραφοι α-στ, και είναι εξαντλητικές. Οι αξιωματούχοι που είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή του Νόμου και ειδικότερα εκείνοι οι οποίοι έχουν εξουσίες/αρμοδιότητες να προβαίνουν σε σύλληψη και κράτηση, διαδραματίζουν τον ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο να τηρούν αυστηρά τα όρια που αναφέρονται στις υποπαραγράφους α-στ, και να υποβάλλουν άμεσα τις ενέργειες και αποφάσεις τους σε δικαστικό έλεγχο.


Οι έξι εξαιρέσεις στις οποίες επιτρέπεται στέρηση της ελευθερίας είναι οι ακόλουθες:

  • Α) Ένα πρόσωπο μπορεί να κρατείται μετά από καταδικαστική απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί από δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει για τη συγκεκριμένη υπόθεση
  • Β) Ένα πρόσωπο μπορεί να κρατείται επειδή δεν συμμορφώθηκε με την εντολή του δικαστηρίου ή προκειμένου να διασφαλιστεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται με βάση το Νόμο
  • Γ) Ένα πρόσωπο μπορεί να συλλαμβάνεται και κρατείται προκειμένου να προσέλθει στο δικαστήριο εφόσον υπάρχει εύλογη υποψία ότι έχει διαπράξει ένα ποινικό αδίκημα ή εφόσον αυτό είναι εύλογα απαραίτητο προκειμένου να εμποδιστεί από το να διαπράξει ένα ποινικό αδίκημα ή από το να διαφύγει αφού έχει διαπράξει ένα ποινικό αδίκημα
  • Δ) Ένας ανήλικος (κάτω των 18 ετών) μπορεί να κρατείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι λαμβάνει εκπαίδευση ή όταν εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες σε βάρος του για μη ποινικό αδίκημα (όπως για παράδειγμα να τεθεί ο ανήλικος υπό φροντίδα – οι ποινικές διαδικασίες καλύπτονται από τις διατάξεις της υποπαραγράφου γ)
  • Ε) Πρόσωπα με μολυσματικές ασθένειες, πρόσωπα που δεν έχουν σώας τα φρένας, αλκοολικοί, ναρκομανείς και περιπλανώμενοι μπορούν να κρατούνται
  • Στ) Ένα πρόσωπο μπορεί να συλλαμβάνεται ή κρατείται προκειμένου να παρεμποδιστεί η μη εγκεκριμένη είσοδός του στη χώρα ή για λόγους απέλασης ή έκδοσης.

Και στις έξι περιπτώσεις υπάρχει μια συγκεκριμένη προϋπόθεση προκειμένου η κράτηση να είναι νόμιμη. Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο πρέπει να είναι σύμφωνη με το εσωτερικό (εθνικό) δίκαιο και την εσωτερική διαδικασία, για τα οποία υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης και πρόβλεψης, αλλά και ότι η εφαρμογή του Νόμου αυτού πρέπει να είναι σύμφωνη με τη Σύμβαση, δηλαδή να γίνεται για τον σκοπό που επιβάλλεται στις υποπαραγράφους α-στ.


Η κράτηση που πραγματοποιείται προκειμένου να διασφαλιστεί ότι πληρείται μια νομική υποχρέωση (υποπαράγραφος β) καλύπτει θέματα όπως ένας αποκλεισμός δρόμου, ένα τυχαίο αλκοτέστ ή ένας έλεγχος στοιχείων ταυτότητας και λοιπές κοινές ασκήσεις των αστυνομικών αρχών. Η κράτηση πρέπει να αποτελεί το έσχατο μέτρο στο οποίο πρέπει να προσφεύγει μια αρχή αφού έχει προηγουμένως δώσει τη δυνατότητα στο πρόσωπο να συμμορφωθεί με την θέλησή του. Πρέπει επίσης να βασίζεται στην λογική της αναλογικότητας και να αποσκοπεί στη διασφάλιση της συμμόρφωσης και όχι στην τιμωρία.


Η σύλληψη και κράτηση που πραγματοποιείται εφόσον υπάρχει υποψία ότι έχει διαπραχθεί ένα ποινικό αδίκημα (υποπαράγραφος γ) αποτελεί την πιο συνηθισμένη εξαιρετική περίπτωση και εκείνη κατά την οποία προκύπτουν συχνότερα προβλήματα. Η σύλληψη πρέπει να γίνεται λόγω εύλογης υποψίας με την πρόθεση να απαγγελθούν κατηγορίες και όχι να εκμαιευθούν πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην απαγγελία κατηγοριών. Αλλά το Δικαστήριο αποδέχεται ότι επιτρέπεται μια περίοδος ανάκρισης, η οποία δεν μπορεί να διαρκεί περισσότερο σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα όταν υπάρχουν υποψίες για τρομοκρατικές ενέργειες, εξαιτίας της δυσκολίας να βρεθούν σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία στα οποία μπορούν να βασιστούν οι κατηγορίες.


Το Δικαστήριο δεν έχει καθορίσει τι σημαίνει «σώας τας φρένας» (υποπαράγραφος ε), επειδή η ιατρική άποψη και πρακτική εξελίσσονται συνεχώς. Επομένως, η μοναδική ασφαλής ενέργεια για αξιωματούχους είναι να προβαίνουν στην κράτηση προσώπων (και να παραμένουν τα πρόσωπα αυτά υπό κράτηση) κατόπιν επιτακτικής, αντικειμενικής και πρόσφατης ιατρικής οδηγίας. Ο τόπος και οι συνθήκες κράτησης των προσώπων αυτών πρέπει επίσης να είναι κατάλληλος σε σχέση με την κατάστασή τους. Η τοποθέτηση ενός ατόμου που δεν έχει σώας τας φρένας σε έναν χώρο κοινωνικής φροντίδας μπορεί επίσης να συνιστά στέρηση της ελευθερίας του.


Όταν αντιμετωπίζει πρόσωπα που δεν έχουν σώας τας φρένας, αλκοολικούς, περιπλανώμενους και ναρκομανείς (υποπαράγραφος ε), το Δικαστήριο απαιτεί μια αναλογική ανταπόκριση στη συμπεριφορά του ατόμου. Σε μια περίπτωση κατά την οποία ένα πρόσωπο υπό την επήρεια μέθης ενεπλάκη σε έναν καυγά σε ταχυδρομείο, η αστυνομία τον πήγε σε κέντρο απεξάρτησης από το αλκοόλ και τον κράτησε εκεί για περισσότερες από έξι ώρες. Δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι το πρόσωπο αυτό αποτελούσε κίνδυνο για άλλους ή για τον εαυτό του ούτε είχε ιστορικό αλκοολισμού. Η αστυνομία είχε και άλλες επιλογές (όπως για παράδειγμα να τον πάει στο σπίτι του για να συνέλθει από την μέθη). Το Δικαστήριο είπε ότι «η κράτηση ενός προσώπου είναι τόσο σοβαρό ζήτημα που δικαιολογείται μόνον όταν η λήψη άλλων, λιγότερο σοβαρών μέτρων έχει εξεταστεί και έχει διαπιστωθεί ότι τα μέτρα αυτά είναι ανεπαρκή προκειμένου να διασφαλιστεί το πρόσωπο ή το κοινό» (Witold Litwa v. Poland).


Η κράτηση όταν εκκρεμεί επέλαση ή έκδοση (υποπαράγραφος στ) μπορεί να πραγματοποιείται σε ένα κέντρο κράτησης ειδικά σχεδιασμένο για διαδικασίες “fast-track” ταχείας εκκαθάρισης παρόμοιων υποθέσεων, αλλά μόνον για ένα μικρό χρονικό διάστημα (επτά ημέρες αποφασίστηκε ότι ήταν ένα αποδεκτό χρονικό διάστημα στην υπόθεση (Saadi v. the United Kingdom). 47. Η κράτηση μπορεί να πραγματοποιείται εκτός των ορίων ενός αναγνωρισμένου τόπου εγκλεισμού: παραβίαση διαπιστώθηκε όταν πρόσωπα τα οποία ζήτησαν άσυλο περιορίστηκαν σε μια ζώνη διέλευσης ενός αεροδρομίου για χρονικό διάστημα είκοσι ημερών, και στη συνέχεια απελάθηκαν. Θεωρητικά, ήταν ελεύθεροι να φύγουν αλλά στην πράξη, δεν είχαν που να πάνε και δεν είχαν καμία νομική ή κοινωνική βοήθεια. Ο εγγυήσεις του Άρθρου 5 δεν ίσχυσαν (Amuur v. France).

 

Η παράγραφος 2 του Άρθρου 5 προϋποθέτει ότι ένα πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται πρέπει να ενημερώνεται άμεσα σε γλώσσα που κατανοεί για τους λόγους της σύλληψης του και για τυχόν κατηγορίες που έχουν απαγγελθεί σε βάρος του. Αποτελεί στοιχειώδη διασφάλιση να ενημερώνεται ένα πρόσωπο για τον λόγο για τον οποίο έχει συλληφθεί, σε απλή και μη τεχνική γλώσσα, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αρνηθεί το αδίκημα ή να αμφισβητήσει την κράτησή του, εάν αυτό είναι απαραίτητο στο δικαστήριο (δείτε Άρθρο 5(4) παρακάτω στο παρόν). Η κατανοητή γλώσσα που απαιτείται να χρησιμοποιηθεί μπορεί να είναι μια ξένη γλώσσα, ή για παράδειγμα, η νοηματική γλώσσα εάν το πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται είναι κωφό. Το τι ακριβώς ικανοποιεί την απαίτηση «άμεσα» μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με την περίσταση, αλλά το Δικαστήριο έχει ορίσει ότι θα αναμένει να ενημερώνεται ο κρατούμενος «εντός λίγων ωρών από τη σύλληψή του». Ομοίως, οι απαιτούμενες λεπτομέρειες μπορεί να ποικίλλουν: σε ορισμένες υποθέσεις στις οποίες υπάρχει υποψία για τρομοκρατικές ενέργειες, το Δικαστήριο έχει αποδεχτεί ότι οι λόγοι μπορεί να παρουσιάζονται εν συντομία και να είναι λιγότερο συγκεκριμένοι από ότι σε κανονικές υποθέσεις, προκειμένου να μη γίνει γνωστό τι ακριβώς γνωρίζουν και τι δεν γνωρίζουν οι αρχές. Σε σπάνιες περιπτώσεις, οι πληροφορίες μπορούν να δοθούν στον εκπρόσωπο του προσώπου που συλλαμβάνεται (όπως για παράδειγμα όταν η ψυχική κατάσταση του προσώπου καθιστά αδύνατη την κατανόησή τους).


Η παράγραφος 3 προϋποθέτει ότι ένα πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται επειδή υπάρχει υποψία ότι έχει διαπράξει ένα αδίκημα θα πρέπει να προσέλθει άμεσα ενώπιον ενός δικαστή ή άλλου δικαστικού υπαλλήλου και θα δικαιούται να δικαστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή να αφεθεί ελεύθερο ενώ εκκρεμεί δίκη. Αυτό πρέπει να συμβεί αυτομάτως. Ο κρατούμενος δεν χρειάζεται να υποβάλλει αίτηση για αυτό (αντίθετα με την παράγραφο 4 παρακάτω στο παρόν). Το πρόσωπο ενώπιον του οποίου προσέρχεται ο κρατούμενος μπορεί να είναι δικαστής (judge or magistrate) ή άλλος δικαστικός υπάλληλος υπό την προϋπόθεση ότι το πρόσωπο αυτό είναι ανεξάρτητο από αρχές και κόμματα και είναι αμερόληπτο. Το θέμα είναι ότι το πρόσωπο έχει την αρμοδιότητα να ελέγξει την ουσία της υπόθεσης, να διαπιστώσει εάν οι λόγοι της σύλληψης και κράτησης είναι επαρκείς και να διατάξει την απελευθέρωση, εάν δεν είναι. Το τι ακριβώς ικανοποιεί την προϋπόθεση «άμεσα» μπορεί και πάλι να ποικίλλει, αλλά συνήθως θα πρέπει να είναι η επόμενη ημέρα. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι οι τέσσερις ημέρες είναι το ανώτατο χρονικό όριο, παρόλο που μικρότερα χρονικά διαστήματα μπορεί επίσης να είναι αντίθετα προς τις διατάξεις της Σύμβασης. Απόφαση  με χρηματική εγγύηση μπορεί να ληφθεί εκείνη τη στιγμή ή λίγο αργότερα. Το Δικαστήριο ζητά να φαίνεται ότι είναι απαραίτητη η κράτηση όταν εκκρεμεί δίκη (όπως για παράδειγμα εάν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να διαφύγει ο κρατούμενος), με βάση την κατάλληλη εξέταση των περιστάσεων κάθε μεμονωμένης περίπτωσης σύμφωνα με το γενικό τεκμήριο της ελευθερίας. Το να έλθει η υπόθεση προς συζήτηση στο δικαστήριο εντός εύλογου χρονικού διαστήματος θα απασχολεί τόσο κατηγόρους και δικαστήρια όσο και την αστυνομία. Όλοι αυτοί πρέπει να εργαστούν μαζί για τον σκοπό αυτόν.


Η παράγραφος 4 είναι η διάταξη περί «προσωπικής ασφάλειας» (“habeas corpus”) της Σύμβασης, με την οποία παρέχεται σε ένα πρόσωπο που συλλαμβάνεται ή κρατείται το δικαίωμα «να κινήσει δικαστικές διαδικασίες με βάση τις οποίες θα αποφασιστεί ταχέως από ένα δικαστήριο η νομιμότητα της κράτησής του και θα διαταχθεί η απελευθέρωση του εάν η κράτησή του είναι παράνομη». Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να αμφισβητείται η φυλάκιση ως μέρος ποινής που έχει επιβληθεί για ποινικό αδίκημα (Άρθρο 5(1)(α)). Οι διαδικασίες πρέπει να διεξάγονται κατ’ αντιμωλία και πρέπει πάντα να διασφαλίζεται η «ισότητα των όπλων» ανάμεσα στους διαδίκους, γεγονός που προϋποθέτει ότι οι κρατούμενοι και οι εκπρόσωποί τους πρέπει να έχουν πρόσβαση στα βασικά έγγραφα με βάση τα οποία ζητήθηκε η κράτηση. «Ταχέως» σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να ξεκινήσουν δικαστικές διαδικασίες στο δικαστήριο (όπως για παράδειγμα καθυστέρηση στην μετάφραση εγγράφων που χρησιμοποιούνται σε δικαστικές διαδικασίες). Εφόσον η κράτηση έχει διαταχθεί από το δικαστήριο, ικανοποιούνται συνήθως οι απαιτήσεις του δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα συνεπάγεται συνήθως ένα δικαίωμα να πραγματοποιείται έλεγχος της νομιμότητας της κράτησης σε τακτά χρονικά διαστήματα.


Η παράγραφος 5 εγγυάται το δικαίωμα αποζημίωσης για κάθε πρόσωπο το οποίο είναι θύμα σύλληψης και κράτησης κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 5. Η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος αυτού θα βαρύνει άλλους και όχι τους αξιωματούχους, των οποίων η εργασία περιλαμβάνει εξουσίες σύλληψης και κράτησης, αλλά αποτελεί ισχυρό κίνητρο για τους αξιωματούχους αυτούς να σέβονται τα δικαιώματα που παρέχονται από το Άρθρο 5. Εάν δεν το πράξουν, το γεγονός αυτό θα στοιχίσει πολλά χρήματα στο Κράτος.

 

Download the abstract