Δικαιωμα σε δικαιη δικη

Η βασική διάταξη του Άρθρου 6, στην πρώτη πρόταση της παραγράφου 1, είναι ότι «Κατά τον προσδιορισμό των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του ή τυχόν κατηγοριών σε βάρος του για ποινικό αδίκημα, κάθε πρόσωπο δικαιούται μια δίκαιη δίκη σε δημόσια συνεδρίαση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (tribunal) σύμφωνα με το Νόμο».


H δίκαιη δίκη είναι μια θεμελιωδώς σημαντική εγγύηση σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, επομένως, το παρόν Άρθρο είναι μια από τις πιο σημαντικές, και συχνότερα επικαλούμενες, διατάξεις της Σύμβασης. Υπάρχουν περισσότερες περιπτώσεις σε σχέση με μια δίκαιη δίκη από ότι σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο θέμα. Η ευθύνη για τη διασφάλιση μιας δίκαιης δίκης βαρύνει πολύ περισσότερο τους δικαστές, εισαγγελείς και νομοθέτες παρά τους αξιωματούχους που συναλλάσσονται απευθείας με το κοινό και για τους οποίους έχει σχεδιαστεί το παρόν εγχειρίδιο. Αλλά οι αστυνομικοί (οι οποίοι δύναται να ενεργούν ως εισαγγελείς σε ορισμένα συστήματα) και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έχουν ευθύνες για ποινικές υποθέσεις και οι λοιποί αξιωματούχοι – δικαστικοί υπάλληλοι, κοινωνικοί λειτουργοί, αξιωματούχοι αρμόδιοι για την έκδοση αδειών και εγκρίσεων και ληξίαρχοι – δύναται επίσης να έχουν ευθύνες σε αστικές υποθέσεις.


Εξαιτίας του ότι η Σύμβαση πρέπει να ισχύει σε πολλά Κράτη, τα νομικά συστήματα των οποίων διαφέρουν σημαντικά, σε πολλούς από τους όρους  στο Άρθρο έχει αποδοθεί από το δικαστήριο η δική τους «αυτόνομη» σημασία με βάση τη Σύμβαση. Αυτό ισχύει για παράδειγμα για τους όρους «ποινικός», «κατηγορία» και «αστικό δικαίωμα». Οι όροι αυτοί δε θα έχουν πάντα την ίδια σημασία με αυτή που έχουν στα εθνικά συστήματα.

 

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Κατά κανόνα, το Άρθρο 6 ισχύει ευρέως για όλες τις αστικές διαφορές με ορισμένες μακροχρόνιες εξαιρέσεις. Στην πράξη, είναι πιο απλό να αναφερθούν κάποιες από τις υποθέσεις για τις οποίες έχει πει το Δικαστήριο ότι ισχύει το Άρθρο 6 και άλλες για τις οποίες δεν ισχύει, αλλά, ΠΡΟΣΟΧΗ, οι κατάλογοι των υποθέσεων που ακολουθούν είναι ενδεικτικοί και η πρακτική εξελίσσεται διαρκώς:

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΙΣΧΥΣΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 6:

  • Περιουσιακές διαφορές, όπως για παράδειγμα διαφορές σχεδιασμού
  • Αποφάσεις για χορήγηση αδειών/εγκρίσεων, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα άσκησης επαγγέλματος ή πώλησης αλκοόλ
  • Οικογενειακές υποθέσεις, όπως για παράδειγμα υιοθεσία, αναδοχή, επιστροφή παιδιών από το εξωτερικό και τοποθέτηση ενός παιδιού υπό φροντίδα
  • Αξιώσεις αποζημίωσης εναντίον δημοσίων αρχών συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων
  • Αξιώσεις επιδομάτων πρόνοιας στο βαθμό που υπάρχει σχετικό δικαίωμα, δηλαδή η χορήγηση επιδόματος δεν βασίζεται εντελώς σε διακριτική ευχέρεια
  • Πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον δικαστών και εργασιακές διαφορές δημόσιων αξιωματούχων

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΙΣΧΥΣΕ ΤΟ ΑΣΡΘΡΟ 6

  • Διαφορές σε σχέση με θέματα μετανάστευσης και ιθαγένειας
  • Διαφορές σε σχέση με θέματα φορολογίας ανάμεσα στον φορολογούμενο και τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες
  • Δικαιώματα εκλογής, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας σε εκλογές

Σε όλες τις αστικές υποθέσεις στις οποίες ισχύει, το Άρθρο 6 (1) προϋποθέτει ρητά:

  • Δημόσια συνεδρίαση, με ορισμένες εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα για να προστατεύονται τα παιδιά σε οικογενειακές υποθέσεις
  • Ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (tribunal), δηλαδή ένα δικαστήριο που είναι ανεξάρτητο από αρχές και κόμματα και αντικειμενικό
  • Δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος
  • Απόφαση που θα δημοσιευθεί δημόσια, δηλαδή θα καταστεί διαθέσιμη στο κοινό, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκδοθεί κατά τη διάρκεια δημόσιας συνεδρίασης σε ακροατήριο

Το Δικαστήριο υπονοεί επίσης στο Άρθρο 6(1) τα ακόλουθα δικαιώματα:

  • Πρόσβαση στο δικαστήριο (τόσο όσον αφορά φυσική παρουσία όσο και διαδικασία)
  • Νομική εκπροσώπηση σε αστικές υποθέσεις (η παράγραφος 3(γ) παρέχει ήδη το δικαίωμα αυτό σε ποινικές υποθέσεις, δείτε παρακάτω)
  • Δικαίωμα συμμετοχής με αποτελεσματικό τρόπο, όπως για παράδειγμα με διεξαγωγή διαδικασιών κατ΄ αντιμωλία, με γνωστοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων που είναι διαθέσιμα στον ένα διάδικο στον άλλο, και με ισότητα των όπλων, δηλαδή κατάλληλη δυνατότητα και για τις δύο πλευρές να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους
  • Υποχρέωση του δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψιν πλήρως και εξίσου τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών
  • Δικαίωμα σε μια αιτιολογημένη δικαστική απόφαση
  • Υποχρέωση του Κράτους να εκτελεί μια δικαστική απόφαση για αστική υπόθεση έγκαιρα και αποτελεσματικά
  • Νομική βεβαιότητα, συμπεριλαμβανομένης της οριστικοποίησης δικαστικών αποφάσεων

Η κύρια επίπτωση για τους δημόσιους αξιωματούχους είναι να ενημερώνουν εκείνους που χειρίζονται αστικές διαφορές οι οποίες καλύπτονται απότο Άρθρο 6 ότι πρέπει να διασφαλίσουν ότι θα γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα σε  δίκαιη δίκη, είτε κατά την έκδοση διοικητικής απόφασης είτε ότι θα γίνουν σεβαστά αργότερα κατά την δικαστική αναθεώρηση. Αυτό αφορά κοινωνικούς λειτουργούς που ασχολούνται με υποθέσεις υιοθεσίας και τοποθέτησης παιδιών υπό φροντίδα κλπ., αξιωματούχους αρμόδιους για το  σχεδιασμό, οι οποίοι αποφασίζουν για τον σχεδιασμό αιτήσεων, αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση αδειών/εγκρίσεων και επαγγελματικούς φορείς που ασχολούνται με την έκδοση αδειών άσκησης επαγγέλματος κλπ., αξιωματούχους αρμόδιους για θέματα κοινωνικής πρόνοιας που ασχολούνται με αιτούντες κ.α.

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Για δίκες κατά τις οποίες θα κριθούν κατηγορίες για ποινικά αδικήματα, οι δικονομικές διασφαλίσεις είναι αυστηρότερες από ότι για άλλες δικαστικές διαδικασίες. Ο όρος «ποινικός» έχει μια συγκεκριμένη σημασία με βάση τη Σύμβαση και μπορεί να επεκταθεί σε πειθαρχικές, διοικητικές ή δημοσιονομικές διαδικασίες, εφόσον αυτές δύναται να οδηγήσουν στην επιβολή ποινής στο εν λόγω πρόσωπο.

60. Επιπρόσθετα στα δικαιώματα που χορηγούνται σύμφωνα με την παράγραφο (1), τα πρόσωπα που κατηγορούνται για ένα ποινικό αδίκημα έχουν τα ακόλουθα επιπρόσθετα συγκεκριμένα δικαιώματα, τα οποία αναφέρονται στις παραγράφους (2) και (3) α-στ:

  • Τεκμήριο αθωότητας (παράγραφος 2). Κάθε πρόσωπο είναι αθώο έως ότου αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με το Νόμο. Έχει το δικαίωμα να μη μιλήσει και να μην παραδεχτεί την ενοχή του. Επομένως, οι δημόσιοι αξιωματούχοι ενδέχεται να παραβιάσουν το δικαίωμα αυτό εάν δηλώσουν ή υπονοήσουν δημόσια, όπως για παράδειγμα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ότι κάποιο πρόσωπο είναι υπεύθυνο για ένα ποινικό αδίκημα προτού το δικαστήριο αποφασίσει σχετικά. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει ωστόσο την πραγματοποίηση προκαταρκτικών εξετάσεων, όπως εξετάσεις αίματος ή ούρων ούτε την χορήγηση εντολών σε σχέση με έκδοση εγγράφων.
  • Οι έγκαιρα διαθέσιμες και εύληπτες πληροφορίες σχετικά με τη φύση και την αιτία της κατηγορίας σε βάρος του/της (παράγραφος 3(α)). Αυτό είναι παρόμοιο με το δικαίωμα στο Άρθρο 5 (2) (δείτε παραπάνω) αλλά ο σκοπός είναι διαφορετικός. Στο Άρθρο 5, σκοπός είναι να δοθεί στο πρόσωπο η δυνατότητα να αμφισβητήσει τη σύλληψη και κράτησή του. Στο Άρθρο 6, σκοπός είναι να (του δοθεί η δυνατότητα να) ετοιμάσει την υπεράσπισή του. Η σχετική ευθύνη βαρύνει συνήθως αστυνομικούς, δικαστικούς λειτουργούς ή εισαγγελείς. Το πρόσωπο πρέπει να είναι σε θέση να κατανοεί τις πληροφορίες και επίσης, εάν είναι απαραίτητο, πρέπει να του χορηγηθεί μια μετάφραση (με δαπάνες του Κράτους, δείτε παράγραφο 3(ε) παραπάνω στο παρόν). Όταν ο κατηγορούμενος έχει μια αναπηρία (όπως για παράδειγμα τύφλωση, κώφωση ή ψυχική ασθένεια) που καθιστά δύσκολο για αυτόν/αυτήν να κατανοήσει τις πληροφορίες, ενδέχεται να απαιτηθεί ειδική βοήθεια για τον σκοπό αυτόν.
  • Επαρκής χρόνος και μέσα για την προετοιμασία της υπεράσπισής του (παράγραφος 3(β)). Ο χρόνος θα ποικίλλει ανάλογα με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, αλλά τα μέσα θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιλαμβάνουν, για πρόσωπα για τα οποία έχει διαταχθεί προφυλάκιση, επισκέψεις από τους δικηγόρους τους, οι οποίοι πρέπει να είναι σε θέση να κάνουν εμπιστευτικές συζητήσεις χωρίς να τις ακούν οι αστυνομικοί ή οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι.
  • Το δικαίωμα να υπερασπίζεται τον εαυτό του το ίδιο το πρόσωπο ή με νομική βοήθεια της επιλογής του/της που παρέχεται δωρεάν όταν αυτό επιβάλλεται από τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (παράγραφος 3(γ)). Παρόμοια θέματα πρόσβασης δικηγόρων στον κατηγορούμενο ισχύουν στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο θεώρησε ότι η νομική βοήθεια πρέπει να είναι πρακτική και αποτελεσματική τόσο στο προδικαστικό στάδιο όσο και στο δικαστήριο. Επομένως, όταν ένας φυλακισμένος υψηλού προφίλ ανακρίθηκε για σχεδόν επτά ημέρες χωρίς να του επιτραπεί η πρόσβαση στον δικηγόρο του, υπήρξε παραβίαση, επειδή η υπεράσπισή του κινδύνευε να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Στην ίδια υπόθεση, επειδή οι φάκελοι ήταν τόσο μεγάλοι, δύο ωριαίες επισκέψεις την εβδομάδα δεν ήταν αρκετές για να επιτρέψουν να ετοιμαστεί η υπεράσπιση (Οτσαλάν εναντίον Τουρκίας). Όπως και πριν, οι ενημερώσεις πρέπει να λαμβάνουν χώρα χωρίς να τις ακούν αξιωματούχοι. Είναι κανόνας ότι η βοήθεια του δικηγόρου πρέπει να παρέχεται από τη στιγμή της πρώτης ανάκρισης από την αστυνομία.
  • Το δικαίωμα να εξετάζει μάρτυρες κατηγορίας και να καλεί μάρτυρες υπεράσπισης (παράγραφος 3(δ)). Όταν τα αποδεικτικά στοιχεία ενός μάρτυρα είναι αποφασιστικής σημασίας όσον αφορά την ενοχή του κατηγορουμένου, πρέπει να δίδεται στον τελευταίο μια ευκαιρία να εξετάσει τον μάρτυρα αυτόν, με νομική βοήθεια εάν είναι απαραίτητο.
  • Το δικαίωμα να του παρέχεται δωρεάν βοήθεια διερμηνέα, εάν δε δύναται να κατανοήσει ή χρησιμοποιήσει τη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο δικαστήριο (παράγραφος 3(ε)).

Όπως είναι φανερό από τα παραπάνω, σε ποινικές υποθέσεις ο ρόλος των αστυνομικών και σωφρονιστικών υπαλλήλων αναφορικά με το σεβασμό και την προστασία δικαιωμάτων είναι πολύ μεγαλύτερος από ότι σε αστικές υποθέσεις. Επιπρόσθετα στα παραδείγματα που δόθηκαν, ο χρόνος πουθα απαιτηθεί για τις υποθέσεις θα εξαρτάται εν μέρει από την αποτελεσματικότητα των αστυνομικών ερευνών. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν το στάδιο της ανάκρισης, όταν εκτιμάται εάν το χρονικό διάστημα που έχει περάσει είναι εύλογο.

ΜΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ ΑΝΕΥ ΝΟΜΟΥ (Άρθρο 7)

Η διάταξη αυτή απαγορεύει την αναδρομική ισχύ του ποινικού δικαίου. Περιλαμβάνει το δικαίωμα να μην δικάζεται ή τιμωρείται ένα πρόσωπο για μια πράξη που δεν αποτελούσε ποινικό αδίκημα την εποχή που διαπράχθηκε. Οι αστυνομικοί πρέπει να είναι προσεκτικοί προκειμένου να διασφαλίσουν ότι τα αδικήματα και οι τιμωρίες ίσχυαν την εποχή που διαπράχθηκαν οι πράξεις αναφορικά με τις οποίες συλλαμβάνουν και κατηγορούν ανθρώπους. Και πάλι, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «ποινικός» έχει μια συγκεκριμένη σημασία σύμφωνα με τη Σύμβαση και μπορεί να επεκταθεί σε πειθαρχικές, διοικητικές ή δημοσιονομικές διαδικασίες, εάν ενδέχεται να οδηγήσουν στην επιβολή ποινής στο εν λόγω πρόσωπο.


Download the abstract